στριμώχνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στριμώχνω < μεσαιωνική ελληνική στρυμώνω < στρύμοξ

Open book 01.svg Ρήμα[]

στριμώχνω

  1. βάζω κάτι πάρα πολύ κοντά σε άλλο, συνήθως σε περιορισμένο χώρο
  2. (μεταφορικά) φέρνω κάποιον σε αδιέξοδο ή σε πολύ δύσκολη θέση

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Εκφράσεις[]

  • στριμώχνω στη γωνία

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]