ταξιδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταξιδεύω < ταξίδι + -εύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.ksi.ˈðɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ταξιδεύω

  1. πηγαίνω κάπου με αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ.
    στις διακοπές ταξίδεψα στην Ελβετία
  2. εργάζομαι ως ναυτικός
    ταξίδευε όλη του τη ζωή
  3. κάνω δρομολόγιο
    το πλοίο θα ταξιδέψει στην άγονη γραμμή
  4. (μεταφορικά) αφαιρούμαι, χάνομαι στις σκέψεις μου, ονειροπολώ
    πού ταξιδεύεις; δε με προσέχεις καθόλου
  5. (μεταφορικά) κάνω κάποιον να μεταφέρει τη σκέψη του αλλού
    το νέο της μυθιστόρημα μας ταξιδεύει σε μια μεσαιωνική πολή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]