υπάγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- υπάγω < αρχαία ελληνική ὑπάγω
Ρήμα [
]
υπάγω (και μεσοπαθητικό υπάγομαι)
- θέτω κάτι υπό μια γενικότερη κατηγορία, ομοταξία κ.λπ. ή διοίκηση (δόκιμοι τύποι: υπήγον, υπήγαγα, θα υπάξω, έχω υπαγάγει και στο μεσοπαθητικό υπάγομαι, θα υπαχθώ, υπάχθηκα, έχω υπαχθεί και λόγιος αόριστος υπήχθην)
- Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)
- Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων
- Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.
Μεταφράσεις[
]
υπάγω