υπάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπάγω < αρχαία ελληνική ὑπάγω

Open book 01.svg Ρήμα[]

υπάγω (και μεσοπαθητικό υπάγομαι)

  1. θέτω κάτι υπό μια γενικότερη κατηγορία, ομοταξία κ.λπ. ή διοίκηση (δόκιμοι τύποι: υπήγον, υπήγαγα, θα υπάξω, έχω υπαγάγει και στο μεσοπαθητικό υπάγομαι, θα υπαχθώ, υπάχθηκα, έχω υπαχθεί και λόγιος αόριστος υπήχθην)
    Ο διευθυντής το υπήγαγε αυτό στον τομέα ασφαλιστηρίων (το ενέταξε κάτω από...)
    Αυτό υπάγεται στην διεύθυνση ασφαλιστηρίων
    Υπάγεται στα θηλαστικά, στα μονοκοτυλήδονα κ.λπ.


32πχ Μεταφράσεις[]