affected
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρηματικός τύπος [
]
affected (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος affect
Επίθετο [
]
affected (en)
- πειραγμένος, αλλαγμένος, τεχνητός, προσποιητός, επιτηδευμένος
- He spoke with an affected English accent. (Μιλούσε με επιτηδευμένη βρετανική προφορά)
- επηρεασμένος συναισθηματικά, αγγιγμένος από κάτι, συγκινημένος
- επηρεασμένος από κάτι αρνητικά, πληγείς, θιγμένος, με επιπτώσεις από αρρώστια, φυσική καταστροφή