affected

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[]

affected (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος affect

Open book 01.svg Επίθετο[]

affected (en)

  1. πειραγμένος, αλλαγμένος, τεχνητός, προσποιητός, επιτηδευμένος
    He spoke with an affected English accent. (Μιλούσε με επιτηδευμένη βρετανική προφορά)
  2. επηρεασμένος συναισθηματικά, αγγιγμένος από κάτι, συγκινημένος
  3. επηρεασμένος από κάτι αρνητικά, πληγείς, θιγμένος, με επιπτώσεις από αρρώστια, φυσική καταστροφή