allowed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

allowed (en)

  • he is allowed to join the excursion
  • he is not allowed, does not have the permission to...
  • smoking is allowed only outdoors