attractif
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr)
Ετυμολογία
- attractif < adtractif < λατινική attractivus
Επίθετο
| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | attractif | attractifs |
| θηλυκό | attractive | attractives |
attractif (fr)
- που έχει την ιδιότητα να ελκύει, να τραβά, ελκτικός
- (αγγλισμός) ελκυστικός
Συγγενικές λέξεις
- attracteur
- attractif
- attraction
- attractivité

