bâti

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
bâti bâtis

bâti  (fr) αρσενικό

  1. η δομή, ο σκελετός (ενός οικοδομήματος ή ενός μηχανισμού)

Open book 01.svg Μετοχή []

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό bâti bâtis
θηλυκό bâtie bâties

bâti  (fr)

  1. χτισμένος