δομή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δομή | δομές |
| γενική | δομής | δομών |
| αιτιατική | δομή | δομές |
| κλητική | δομή | δομές |
[
]
Ετυμολογία
- δομή < ελληνιστική κοινή δομή (κτίσμα) - η αρχαία σημασία διατηρείται σήμερα στα σύνθετα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
δομή θηλυκό
- η διάρθρωση ενός συνόλου καθώς και το σύνολο που χαρακτηρίζεται από μία τέτοια διάρθρωση
[
]
[
]
Σύνθετα
- ανωδομή
- επιδομή
- λιθοδομή
- οικοδομή
- τεχνοδομή
- υπερδομή
- υποδομή
- ωμοπλινθοδομή
- → δείτε τις λέξεις: -δομία και -δόμος