δόμηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόμηση δομήσεις
γενική δόμησης
& δομήσεως
δομήσεων
αιτιατική δόμηση δομήσεις
κλητική δόμηση δομήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόμηση < ελληνιστική κοινή δόμησις < δομέω < αρχαία ελληνική δόμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈðɔ.mi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόμηση θηλυκό

  1. το χτίσιμο, η ανέγερση κτηρίων
    του έβαλαν πρόστιμο για παραβίαση των όρων δόμησης
  2. η κατασκευή ενός δομημένου συνόλου

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]