ben
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίρρημα
ben (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ben | bens |
ben (fr) αρσενικό
[
]
Δανικά (da)
[
]
Ουσιαστικό
ben (da)
- το κόκαλο
[
] Μανξ (gv)
[
]
Ουσιαστικό
ben (gv)
[
]
Νορβηγικά (no)
[
]
Ουσιαστικό
ben (no)
- το κόκαλο
[
]
Σουηδικά (sv)
[
]
Ουσιαστικό
ben (sv)
- το κόκαλο
[
]
Τουρκικά (tr)
[
]
Αντωνυμία
ben (tr)