γυναίκα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γυναίκα | γυναίκες |
| γενική | γυναίκας | γυναικών |
| αιτιατική | γυναίκα | γυναίκες |
| κλητική | γυναίκα | γυναίκες |
Ετυμολογία [
]
- γυναίκα < μεσαιωνική ελληνική γυναίκα < αρχαία ελληνική γυνή (αιτιατική, γυναῖκα)
Προφορά [
]
το σύμβολο του φύλου των γυναικών είναι το σύμβολο της Αφροδίτης
γυναίκα θηλυκό
Ουσιαστικό [
]
- κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι)
- παλιά υπήρχαν χωριστά εκλογικά τμήματα ανδρών και γυναικών
- για κορίτσι που μεγαλώνει και αποκτά τα χαρακτηριστικά ενήλικης γυναίκας
- δες τη Μαρία, μέσα σε λίγους μήνες έγινε από κοριτσάκι σωστή γυναίκα
- η σύζυγος
- σου τηλεφώνησε η γυναίκα σου
[
]
Σύνθετα [
]
Συνώνυμα [
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου
η σύζυγος
|
→ δείτε τη λέξη: σύζυγος |