γυναίκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γυναίκα γυναίκες
γενική γυναίκας γυναικών
αιτιατική γυναίκα γυναίκες
κλητική γυναίκα γυναίκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γυναίκα < μεσαιωνική ελληνική γυναίκα < αρχαία ελληνική γυνή (αιτιατική, γυναῖκα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ʝi.ˈnɛ.ka/
μια γυναίκα στο μπάνιο
(Bather, William-Adolphe Bouguereau)
το σύμβολο του φύλου των γυναικών είναι το σύμβολο της Αφροδίτης

γυναίκα θηλυκό

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

  1. κάθε ενήλικος άνθρωπος θηλυκού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το κορίτσι)
    παλιά υπήρχαν χωριστά εκλογικά τμήματα ανδρών και γυναικών
    • για κορίτσι που μεγαλώνει και αποκτά τα χαρακτηριστικά ενήλικης γυναίκας
      δες τη Μαρία, μέσα σε λίγους μήνες έγινε από κοριτσάκι σωστή γυναίκα
  2. η σύζυγος
    σου τηλεφώνησε η γυναίκα σου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []