γυνή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γυναίκα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γυνή < αρχαία ελληνική γυνή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ʝi.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γυνή θηλυκό

  1. (καθαρεύουσα) η γυναίκα, ενήλικο άτομο θηλυκού γένους

Εκφράσεις[]

  • πυρ, γυνή και θάλασσα

Kλίση

Πτώση Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
Ονομαστική ἡ γυνή αἱ γυναῑκες
Γενική τῆς γυναικός τῶν γυναικῶν
Δοτική τῇ γυναικί ταῖς γυναιξί(ν)
Αιτιατική τήν γυναῖκα τάς γυναίκας
Κλητική (ᾦ) γύναι (ᾦ) γυναῖκες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γυνή < γίγνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γυνή θηλυκό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Εκφράσεις[]

  • ὅρκους γυναικὸς εἰς ὕδωρ γράφω
  • γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει