άνδρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : άντρας

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνδρας άνδρες
γενική άνδρα ανδρών
αιτιατική άνδρα άνδρες
κλητική άνδρα άνδρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άνδρας < αρχαία ελληνική ἀνήρ, αιτιατική, ἄνδρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈan.ðɾas/
το σύμβολο του φύλου των ανδρών είναι το σύμβολο του Άρη
o Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου είναι μια κλασική απεικόνιση νεαρού άνδρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άνδρας αρσενικό και άντρας

  1. κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί)
    ο άνδρας· εν αντιθέσει με το παιδί
  2. ο σύζυγος
    τηλεφώνησε ο άνδρας της
  3. αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)
    αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άνδρας
  4. μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης
    ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες του
    οι άνδρες της ομάδας διάσωσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]