Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
άνδρας |
άνδρες |
| Γενική |
άνδρα |
ανδρών |
| Αιτιατική |
άνδρα |
άνδρες |
| Κλητική |
άνδρα |
άνδρες |
άνδρας < αρχαία ελληνική ἀνήρ, αιτιατική, ἄνδρα
Προφορά
- ΔΦΑ : /'an.ðɾas/
o
Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου είναι μια κλασική απεικόνιση νεαρού
άνδρα
το σύμβολο του φύλου των
ανδρών είναι το σύμβολο του
Άρη
άνδρας αρσενικό
- κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου (κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί)
- ο άνδρας· εν αντιθέσει με το παιδί
- ο σύζυγος
- τηλεφώνησε ο άνδρας της
- αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.)
- αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άνδρας
- μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης
- ο λοχαγός παρέταξε τους άνδρες του
- οι άνδρες της ομάδας διάσωσης
Συγγενικές λέξεις
κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
- αγγλικά : man (en)
- αλβανικά : burrë (sq), trim (sq)
- αφρικάανς : man (af)
- αραβικά : رجل (ar) (rájul) αρσενικό
- αρμενικά : տղամարդ (hy) (dghamard)
- βασκικά : gizon (eu), gizaseme (eu), gizonki (eu)
- βοσνιακά : čovjek (bs) αρσενικό
- βουλγαρικά : мъж (bg) (məž) αρσενικό
- βρετονικά : gwaz (br) αρσενικό, den (br) αρσενικό
- γαλλικά : homme (fr) αρσενικό
- γερμανικά : Mann (de)
- γεωργιανά : კაცი (ka) (k‘atsi)
- γίντις : מאן (yi) (man)
- δανικά : mand (da) κοινό
- εβραϊκά : אדם (he) (adam) αρσενικό, גבר (he) (gever), איש (he) (ish) αρσενικό
- εσπεράντο : viro (eo), virulo (eo)
- εσθονικά : mees (et), meesterahvas (et)
- ιαπωνικά : 男性 (ja) (だんせい, dansei), 男の人 (ja) (おとこのひと, otoko no hito)
- ιντερλίνγκουα : homine (ia), viro (ia)
- ίντο : viro (id)
- ιρλανδικά γαελικά : fear (ga)
- ισλανδικά : maður (is)
- ισπανικά : varón (ca) αρσενικό, hombre (ca) αρσενικό
- ιταλικά : uomo (it) αρσενικό
- καταλανικά : home (ca) αρσενικό
|
|
- κινεζικά : 男人 (zh) (nánrén)
- κορεατικά : 남자 (ko) (男子, namja)
- κουρδικά : mêr (ku), zelam (ku), پیاو (ku), زهل (ku)
- κροατικά : muškarac (hr)
- λατινικά : vir (la) αρσενικό
- Πρότυπο:glv : fer (glv)
- μαλτέζικα : raġel (mt)
- μαράθι : माणूस (mr)
- ολλανδικά : mens (nl) αρσενικό, heer (nl) αρσενικό
- ουαλικά : gŵr (cy) αρσενικό, dyn (cy) αρσενικό
- ουγγρικά : férfi (hu)
- ουκρανικά : чоловік (uk) (čolovík) αρσενικό
- πολωνικά : mężczyzna (pl) αρσενικό, pan (pl) αρσενικό (ευγενείας)
- πορτογαλικά : homem (pt) αρσενικό, varão (pt) αρσενικό
- ρουμανικά : bărbat (ro)
- ρωσικά : мужчина (ru) (mužčína) αρσενικό
- σλοβακικά : muž (sk)
- σλοβενικά : moški (sl) αρσενικό, mož (sl) αρσενικό
- σουηδικά : man (sv)
- τουρκικά : erkek (tr)
- τσεχικά : muž (cs) αρσενικό, pán (cs) αρσενικό
- φινλανδικά : mies (fi)
- φριζικά : man (fy)
- χίντι : आदमी (hi) (ādmī)
|