make
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
make (en) (αόρ. : made, παθ. μτχ. : made)
- φτιάχνω
- mum made a cake for my birthday - η μαμά έφτιαξε γλυκό για τα γενέθλιά μου
- make your bed - φτιάξε (στρώσε) το κρεβάτι σου
- κάνω
- I made my objections clear - έκανα ξεκάθαρες τις αντιρρήσεις μου
- this movie made me cry - αυτή η ταινία με έκανε να κλάψω
- a single mistake doesn't make him a bad person - ένα μόνο λάθος δεν τον κάνει κακό άνθρωπο
- (για χρήματα) βγάζω, κερδίζω
- I made some money by selling my new novel - έβγαλα μερικά λεφτά πουλώντας το νέο μου μυθιστόρημα
- he made 5 bucks an hour working as a waiter - έβγαζε 5 δολάρια την ώρα δουλεύοντας σερβιτόρος