chameau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

chameau < cameil < λατινική camelus < αρχαία ελληνική κάμηλος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ʃa.mo/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό chameau chameaux
θηλυκό chamelle chamelles

chameau  (fr)

  1. (ζωολογία) καμήλα (με δύο καμπούρες)
    δείτε τη λέξη: dromadaire
  2. (μεταφορικά) (οικείο) κακός, δυσάρεστος άνθρωπος
  3. (ναυτικός όρος) σύνολο αεροσάκων που βοηθούν ένα πλοίο να περάσει από ρηχά νερά
  4. (εντομολογία) είδος πεταλούδας της οικογένειας των Notodontidae

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες