choke

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ʧəʊk/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

choke  (en)

  1. το τσοκ του καρμπιρατέρ, ο "αέρας"
  2. το τσοκ, στένεμα στο τέλος της κάννης φορητών πυροβόλων όπλων
  3. (αθλητισμός) λαβή στην πάλη που μπορεί να στραγγαλίσει τον αντίπαλο
  4. εμπόδιο από λάσπη ή πέτρες σε πέρασμα μέσα σε μια σπηλιά

[] Open book 01.svg Ρήμα

choke  (en)

  1. (αμετάβατο) πνίγομαι (πχ από τροφή που στραβοκατάπια)
  2. (μεταβατικό) πνίγω
  3. (αμετάβατο) έχω άσχημη απόδοση σε ένα διαγωνισμό από νευρικότητα, ιδίως όταν κερδίζω και την τελευταία στιγμή αποτυγχάνω
  4. (μεταβατικό) κλείνω ένα πέρασμα σε σπήλαιο με λάσπη, πέτρες κλπ

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες