πνίγω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πνίγω < αρχαία ελληνική πνίγω < άγνωστης ετυμολογίας
Ρήμα [
]
πνίγω
- προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
- τον έπνιξαν με μαξιλάρι
- (μεταφορικά) καταπιέζω
- Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα. (Α. Κάλβος, Αι Ευχαί, στ')
- προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα
- το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε
- προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια
- μας πνίγουν τα καυσαέρια
- στραγγαλίζω
- την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια
- στενοχωρώ πολύ
- με πνίγει η αδικία
[
]
Μεταφράσεις [
]
πνίγω