πνιγμονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πνιγμονή πνιγμονές
γενική πνιγμονής πνιγμονών
αιτιατική πνιγμονή πνιγμονές
κλητική πνιγμονή πνιγμονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πνιγμονή < πνιγ- (του πνίγω) + -μονή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πνιγμονή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]