conk
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
conk (en)
to conk
- δίνω μια μπουνιά στα μούτρα
to conk out
- παθαίνω βλάβη
- χάνω τις αισθήσεις μου
- πέφτω ξερός, αποκοιμιέμαι
- τα τινάζω, πεθαίνω