μύτη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μύτη < μεταγενέστερη ελληνική μύτη < αρχαία ελληνική μύτις
Ουσιαστικό [
]
μύτη θηλυκό
- όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
- το όργανο της όσφρησης στα θηλαστικά
- η ικανότητα της όσφρησης
- (μεταφορικά) η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι
- έχω μύτη εγώ, όλα τα καταλαβαίνω
- προεξοχή, κορυφή, αιχμή
- η άκρη, το μπροστινό μέρος
- περπατούσε στις μύτες των ποδιών (με τα ακροδάχτυλα)
Εκφράσεις [
]
- τον σέρνει από τη μύτη: τον ελέγχει απόλυτα, τον κάνει ό,τι θέλει
- χώνω τη μύτη μου: ανακατεύομαι σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
- να μου τρυπήσεις τη μύτη: αυτό που λες δεν πρόκειται να γίνει
Μεταφράσεις [
]
μύτη
|
|