ψηλομύτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψηλομύτης ψηλομύτηδες
γενική ψηλομύτη ψηλομύτηδων
αιτιατική ψηλομύτη ψηλομύτηδες
κλητική ψηλομύτη ψηλομύτηδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ψηλομύτης < ψηλά + μύτη

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ψηλομύτης αρσενικό

  1. αυτός που περιφρονεί τους άλλους, που τους « κοιτάζει από ψηλά »

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη