coordination
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- coordination < coordinate
Ουσιαστικό [
]
coordination (en)
- συντονισμός, η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συντονίζω
- η ικανότητα συντονισμού
- ισοτιμία
- (γραμματική) η κατά παράταξη σύνδεση όμοιων όρων ή προτάσεων