débloquer
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
débloquer (fr) (μεταβατικό)
- ξεμπλοκάρω
- (κατ' επέκταση) επιτρέπω την επανεκκίνηση της κίνησης (εμπορευμάτων, μηχανήματος...)
- απελευθερώνομαι από ένα μπλοκάρισμα
(αμετάβατο)