βλακεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βλακεία βλακείες
γενική βλακείας βλακειών
αιτιατική βλακεία βλακείες
κλητική βλακεία βλακείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βλακεία < αρχαία ελληνική βλακεία < βλακεύω < βλάξ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mlakos

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βλακεία θηλυκό

  1. ανοησία
    η βλακεία του είναι ασυναγώνιστη
  2. ανόητη σκέψη ή ενέργεια
    μη τον συμμερίζεσαι, όλο βλακείες κάνει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]