damier
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| damier | damiers |
damier (fr) αρσενικό
- σκακιέρα για το παιχνίδι ντάμα, αποτελούμενο από εκατό άσπρα και μαύρα τετραγωνάκια
- (κατ' επέκταση) οποιαδήποτε επιφάνεια έχει χωριστεί σε τετραγωνάκια
- (κατ' επέκταση) ίσα παραλληλόγραμμα που εναλλάσσονται