ντάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντάμα ντάμες
γενική ντάμας
αιτιατική ντάμα ντάμες
κλητική ντάμα ντάμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ντάμα < ιταλική dama < λατινική domina (θηλυκό του dominus) < λατινική domus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ντάμα θηλυκό

  1. η γυναίκα με την οποία χορεύει κάποιος
  2. φύλλο της τράπουλας που παριστάνει μια γυναικεία μορφή
  3. επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται στην επιφάνεια της σκακιέρας με πούλια

32πχ Μεταφράσεις[]