ντάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντάμα ντάμες
γενική ντάμας
αιτιατική ντάμα ντάμες
κλητική ντάμα ντάμες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ντάμα < ιταλική dama < λατινική domina (θηλυκό του dominus) < λατινική domus

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ντάμα θηλυκό

  1. η γυναίκα με την οποία χορεύει κάποιος
  2. φύλλο της τράπουλας που παριστάνει μια γυναικεία μορφή
  3. επιτραπέζιο παιχνίδι που παίζεται στην επιφάνεια της σκακιέρας με πούλια

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες