καβαλιέρος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

καβαλιέρος < ιταλική, cavaliere

Ουσιαστικό

καβαλιέρος αρσενικό

  • ο άντρας που χορεύει μαζί με μια γυναίκα
  • ο συνοδός μιας γυναίκας σε μια γιορτή ή άλλη κοινωνική εκδήλωση


Μεταφράσεις