συνοδός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | συνοδός | συνοδοί |
| γενική | συνοδού | συνοδών |
| αιτιατική | συνοδό | συνοδούς |
| κλητική | συνοδέ | συνοδοί |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /si.nɔ.ˈðɔs/
Ουσιαστικό [
]
συνοδός αρσενικό ή θηλυκό
- αυτός ή αυτή που συνοδεύω άλλο άτομο
- (ειδικότερα) άτομο που συνοδεύει άλλο σε κοινωνικές συναντήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συγγενική ή συζυγική σχέση
Μεταφράσεις [
]
συνοδός