detect
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
detect (en)
- ανακαλύπτω, αντιλαμβάνομαι, ανιχνεύω, συλλαμβάνω, διακρίνω με προσεκτική έρευνα και εξέταση κάτι το οποίο συνήθως δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί εύκολα
- this instrument can detect radiation