effluve

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
effluve effluves

effluve  (fr) θηλυκό

  1. η οσμή ενός οποιουδήποτε σώματος
  2. (μεταφορικά) (λογοτεχνία) η αναθυμίαση