engagement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

engagement  (en)

  1. η δέσμευση, η υποχρέωση, κάτι που έχω δεσμευτεί/υποσχεθεί να κάνω
  2. ο αρραβώνας
  3. η εμπλοκή στρατιωτικών δυνάμεων, σύγκρουση



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
engagement engagements

engagement  (fr) αρσενικό

  1. η υπόσχεση, η αφιέρωση κάποιου σε κάτι
  2. (αθλητισμός) η εισαγωγή μιας μπάλας στο γήπεδο, η αρχή ενός παιχνιδιού
  3. (στρατιωτικός όρος) η στράτευση
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες