equipment
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
equipment (en)
- ο εξοπλισμός με τα απαραίτητα (η ενέργεια)
- ο εξοπλισμός, οτιδήποτε είναι απαραίτητο (το αντικείμενο)