established
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
established (en)
- στέρεος, επιβεβαιωμένος, τεκμηριωμένος
- (για θρησκείες) αναγνωρισμένος
Ρηματικός τύπος [
]
established (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος establish