establish
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
establish (en)
- καθιερώνω κάτι επίσημα ως θεσμό, επισημοποιώ
- ιδρύω, εγκαθιδρύω
- αποδεικνύω, επιβεβαιώνω, τεκμηριώνω