feeling
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
feeling (en)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- feeling < αγγλική
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
feeling (fr) αρσενικό
- jouer d'un instrument au feeling - παίζω ένα μουσικό όργανο ανάλογα με την έμπνευση της στιγμής / ανάλογα με τις αισθήσεις που μου προκαλεί