hurry
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
hurry (en)
- βιασύνη
- βιαστική ενέργεια
Ρήμα [
]
hurry (en)
- βιάζομαι, κάνω κάτι γρήγορα ή επιταχύνω το ρυθμό
- you must hurry or you'll lose your train