rush
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
rush (en)
- ορμώ, χυμάω, σπεύδω
- παρασύρω, εξαναγκάζω, βιάζω καταστάσεις, επισπεύδω, πιέζω
- (στρατ.) αιφνιδιάζω, επιτίθεμαι με κεραυνοβόλα ταχύτητα
- μπαίνω κάπου ορμητικά και απότομα
- be rushed πνίγομαι στη δουλειά
[
]
Ουσιαστικό
- βιασύνη, ορμή
- συνωστισμός
- ροή
- βούρλο
- gold rush (o πυρετός του χρυσού)
- rush hour ώρα αιχμής
- στιγμιαία ευχάριστη ένταση, ξεχείλισμα ενέργειας, έξαψη
[
]
Επίθετο
- γεμάτος κόσμο
- προχειροδουλειά ή δουλειά που έγινε πάντως κάτω από μεγάλη χρονική πίεση
- επείγον