πυρετός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πυρετός | πυρετοί |
| γενική | πυρετού | πυρετών |
| αιτιατική | πυρετό | πυρετούς |
| κλητική | πυρετέ | πυρετοί |
[
]
Ετυμολογία
- πυρετός < αρχαία ελληνική πυρετός
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pi.ɾɛ.ˈtɔs/
[
]
Ουσιαστικό
πυρετός αρσενικό
- μη φυσιολογική άνοδος της θερμοκρασίας του σώματος
- (μεταφορικά) η μεγάλη αύξηση της δραστηριότητας ενός ανθρώπου ή σε έναν τόπο
[
] Εκφράσεις
- με έπιασε τεταρταίος πυρετός → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
[
]
Μεταφράσεις
πυρετός
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- πυρετός < πῦρ
[
]
Ουσιαστικό
πυρετός
- μεγάλη ζέστη,
- καί τε φέρει πολλὸν πυρετὸν δειλοῖσι βροτοῖσιν (Ομήρου Ιλιάδα, Χ 31)
- θέρμες φέρνει στ' άμοιρο τ' αθρωπολόϊ (Μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη - εδώ η μετάφραση του Πάλλη δεν είναι ακριβής καθώς το κείμενο αναφέρεται στα γνωστά κυνικά καύματα)
- καί τε φέρει πολλὸν πυρετὸν δειλοῖσι βροτοῖσιν (Ομήρου Ιλιάδα, Χ 31)
- πυρετός