πῦρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πῦρ

  1. το πυρ στο πολυτονικό

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική πῦρ - πυρά
Γενική πυρός - πυρῶν
Δοτική πυρί - πυροῖς
Αιτιατική πῦρ - πυρά
Κλητική πῦρ - πυρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πῦρ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₂ur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πῦρ

  1. το πυρ, η φωτιά
  2. ο ήλιος
  3. η τελετουργική πυρά για τη θυσία
  4. η νεκρική πυρά, της κηδείας
  5. η εστία του σπιτιού, η οικιακή πυρά
  6. η φωτιά του πυρσού
  7. η φλόγα
  8. ο πυρετός
  9. η θέρμη
  10. στον πληθυντικό (αν και υπάρχει η θεωρία ότι είναι ο πληθυντικός της λέξης "το πυρόν"), τα πυρά ήταν οι στρατιωτικές εστίες στο στρατόπεδο ή σε σημεία απο τα οποία γινόταν αναμετάδοση μηνυμάτων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • διὰ πυρὸς ἔρχομαι τινί : είμαι φωτιά και λάβρα με κάποιον

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]