insinuate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ρήμα

insinuate  (en)

  1. υπαινίσσομαι κάτι άσχημο
  2. yourself into: κερδίζω την εύνοια ή την εμπιστοσύνη κάποιου για δικό μου όφελος (κακόσημο)
    they insinuated themselves into Emperor's favor
  3. μετακινώ σιγά το σώμα μου ή ένα μέλος μου και το τοποθετώ κάπου
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες