insinuate
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
insinuate (en)
- υπαινίσσομαι κάτι άσχημο
- yourself into: κερδίζω την εύνοια ή την εμπιστοσύνη κάποιου για δικό μου όφελος (κακόσημο)
- they insinuated themselves into Emperor's favor
- μετακινώ σιγά το σώμα μου ή ένα μέλος μου και το τοποθετώ κάπου