manipulation
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
manipulation (en)
Συγγενικές λέξεις
Γαλλικά (fr)
Ουσιαστικό
manipulation (fr) θηλυκό
- χειρισμός, κατεργασία
- μεταφορικά: εξαπάτηση