memoro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

memoro < memor- + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική memoro memoroj
αιτιατική memoron memorojn

memoro (eo)

memoro pri ŝi restos en niaj koroj - η ανάμνησή της θα μείνει στις καρδιές μας