oreillette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
oreillette oreillettes

oreillette  (fr) θηλυκό

  1. (ανατομία) ο κόλπος της καρδιάς
  2. (τεχνολογία) ακουστικό (τηλεφώνου, κλπ) που προσαρμόζεται μέσα στο αφτί
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες