présent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

présent  (fr) αρσενικό

  1. ενεστώτας
    Conjuguez le verbe au présent  : κλίνετε το ρήμα στον ενεστώτα.
  2. παρόν
    Le présent est futile : το παρόν είναι ασήμαντο.
  3. δώρο
    Il lui a offert des présents  : του/της πρόσφερε δώρα.

[] Open book 01.svg Επίθετο

présent  (fr)

  1. παρών
    Il était présent au bal : ήταν παρών στο χορό.
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες