παρών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πάρων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική παρών παρούσα παρόν
γενική παρόντος παρούσας
παρούσης
παρόντος
αιτιατική παρόντα παρούσα παρόν
κλητική παρών παρούσα παρόν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρόντες παρούσες παρόντα
γενική παρόντων παρουσών παρόντων
αιτιατική παρόντες παρούσες παρόντα
κλητική παρόντες παρούσες παρόντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρών < αρχαία ελληνική παρών, μετοχή ενεστώτα του πάρειμι

Open book 01.svg Επίθετο[]

παρών, -ούσα, -όν

  1. που παρευρίσκεται σε κάποιο σημείο ή σε κάποια συνάθροιση
  2. που συμβαίνει στο παρόν
  3. για τον οποίο συζητούμε τώρα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]