réservation
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| réservation | réservations |
réservation (fr) θηλυκό
- η κράτηση θέσης (σε θέατρο, εστιατόριο, ξενοδοχείο...)
[
]
- réservataire
- réservation
- réserve
- réservé - réservée
- réserver
- réserviste
- réservoir