read
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ρήμα
read
(en)
(
αόρ.
:
read
,
παθ. μτχ.
:
read
)
διαβάζω
Ρήμα
read
(en)
το
ανάγνωσμα
, το
κείμενο
it is an inviting
read
- είναι ένα ελκυστικό
ανάγνωσμα
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ρήματα (αγγλικά)
|
Αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Česky
Deutsch
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Frysk
Galego
Magyar
Ido
Íslenska
Italiano
日本語
Қазақша
ಕನ್ನಡ
한국어
Kurdî / كوردی
Limburgs
Lietuvių
മലയാളം
Nederlands
Norsk (bokmål)
Occitan
Polski
Português
Română
Русский
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Türkçe
Українська
中文