reading
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Προφορά [
]
Ρηματικός τύπος [
]
reading (en)
Ουσιαστικό [
]
reading (en)
- διάβασμα, ανάγνωση
- για διάβασμα
- reading glasses (γυαλιά διαβάσματος)
- η ένδειξη σε κάποιο όργανο μέτρησης
- η ερμηνεία ενός συμβόλου ή ένδειξης ή γλώσσας
- (μεταφορικά) η ερμηνεία μιας κατάστασης, η αποκωδικοποίησή της σε όρους κατανοητούς που να διευκολύνουν στην εκτίμηση και αξιοποίησή της, η αξιολόγηση μιας κατάστασης