διαβάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διαβάζω < διαβιβάζω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ðʝa.ˈva.zɔ/
[
]
Ρήμα
διαβάζω
(αμετάβατο)
- μπορώ να κάνω ανάγνωση
- έμαθα να διαβάζω, πριν ακόμη πάω στο σχολείο
- μελετώ (για το σχολείο, για εξετάσεις, για το πανεπιστήμιο)
- διάβαζε όλη τη χρονιά συστηματικά κι, έτσι, πέτυχε στις εξετάσεις
(μεταβατικό)
- κάνω ανάγνωση ενός κειμένου σιωπηρά
- συνηθίζομε τις Κυριακές να διαβάζομε μαζί εφημερίδα
- μελετώ κάτι με προσοχή
- αν διαβάσεις τους κανόνες, θα είναι πιο εύκολο να τους εφαρμόσεις
- βοηθώ κάποιον να μελετήσει τα μαθήματά του
- μία φορά με διάβασε ο αδελφός μου και τα κατάλαβα όλα
- (μεταφορικά) διακρίνω γεγονότα, περιστατικά, συναισθήματα
- αν διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβεις ότι έχει περισσότερη ευαισθησία από ό,τι δείχνει
- διάβασα τη θλίψη στο πρόσωπό της
- (θρησκεία) απαγγέλλω κείμενο κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας
- ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο
- (θρησκεία) απαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό
- τον πήγαν στο μοναστήρι να τον διαβάσουν, μήπως ηρεμήσουν τα νεύρα του
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
διαβάζω