restauration
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- restauration < λατινική restauratio
- restauration < restaurer
[
]
Ουσιαστικό 1
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| restauration | restaurations |
restauration (fr) θηλυκό
[
]
Ουσιαστικό 2
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| restauration | restaurations |
restauration (fr) θηλυκό
- η εστίαση (η παράθεση γεύματος και ο κλάδος της οικονομίας)
- (διάλεκτος) το εστιατόριο, το ρεστοράν